Με αφορμή τον αδόκητο και πρόωρο θάνατο της συναδέλφου εκπαιδευτικού Αγγλικής γλώσσας της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Σοφίας Χρηστίδου, η οποία υπηρετούσε στο 3ο ΓΕΛ Θεσσαλονίκης και απεβίωσε στις 07-3-2026, κατόπιν βαρύτατου εγκεφαλικού επεισοδίου που υπέστη μία εβδομάδα νωρίτερα, το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Π.Ε. Κέρκυρας εκφράζει τη βαθύτατη θλίψη του και τα ειλικρινή συλλυπητήριά του προς την οικογένεια και τους οικείους της εκλιπούσας.
Παράλληλα,
επισημαίνεται ότι το οδυνηρό αυτό γεγονός, καθώς και τα περιστατικά που
φέρονται να συνδέονται με το υπηρεσιακό πλαίσιο εντός του οποίου εκδηλώθηκε το
εγκεφαλικό επεισόδιο, οφείλουν να διερευνηθούν σε βάθος, προκειμένου να
αποσαφηνιστούν τυχόν υπηρεσιακές παραλείψεις και να αναδειχθούν οι χρόνιες
παθογένειες που πλήττουν το δημόσιο σχολείο.
Ιδίως
τα τελευταία χρόνια παρατηρείται κλιμάκωση κακοποιητικών συμπεριφορών από
μαθητές και γονείς εις βάρος των εκπαιδευτικών, σε ένα περιβάλλον όπου συχνά οι
σχολικές μονάδες καλούνται να διαχειριστούν σύνθετα κοινωνικά και οικογενειακά
προβλήματα χωρίς την αναγκαία θεσμική υποστήριξη.
Μέσα
σε αυτή τη δυσμενή πραγματικότητα, καθίσταται αναγκαίο να υπογραμμιστεί ότι οι εκπαιδευτικοί δεν στερούνται των
δικαιωμάτων που απολαμβάνει κάθε πολίτης. Ο εκπαιδευτικός προστατεύεται
πλήρως από την ποινική και αστική νομοθεσία όταν υφίσταται ύβρη, απειλή,
προσβολή ή άσκηση βίας, καθώς ο σχολικός χώρος δεν αποτελεί πεδίο αναστολής της
έννομης τάξης. Οι σχετικές διατάξεις
του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και ΕΝΤΟΣ της σχολικής μονάδας, διασφαλίζοντας
την προστασία της προσωπικότητας, της τιμής και της σωματικής ακεραιότητας των
εκπαιδευτικών.
Παράλληλα,
πράξεις δημόσιας ύβρεως, απαξίωσης ή εξευτελισμού συνιστούν προσβολή
προσωπικότητας, ενώ σε περιπτώσεις αξιόποινων πράξεων από ανήλικους μαθητές
μπορεί να ανακύπτει και ευθύνη των γονέων για παραμέληση εποπτείας. Σε κάθε
περίπτωση, η γνώση και αξιοποίηση των νόμιμων μέσων προστασίας, καθώς και η
θεσμική και νομική στήριξη των εκπαιδευτικών από τα σωματεία τους, αποτελούν
κρίσιμες προϋποθέσεις για τη διαφύλαξη της αξιοπρέπειας των εκπαιδευτικών και
την εύρυθμη λειτουργία της σχολικής κοινότητας.
Για
όλα τούτα, ήρθε πλέον η στιγμή να ειπωθούν ορισμένες αλήθειες με καθαρό και
υπεύθυνο λόγο για την πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά οι εκπαιδευτικοί
στα δημόσια σχολεία. Η σχολική
καθημερινότητα έχει καταστεί ιδιαίτερα επιβαρυμένη, καθώς επηρεάζεται τόσο από
εκπαιδευτικές πολιτικές που διαρκώς υποβαθμίζουν τον θεσμό του δημόσιου
σχολείου όσο και από ένα ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον αυξανόμενης έντασης,
απαξίωσης των θεσμών και κανονικοποίησης της βίας στον δημόσιο λόγο.
Δεδομένου ότι η σχολική τάξη λειτουργεί αναπόφευκτα ως αντανάκλαση της
κοινωνίας, τα φαινόμενα επιθετικότητας, απαξίωσης και εκφοβισμού εις βάρος των
εκπαιδευτικών έχουν πολλαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας συχνά
συνθήκες πίεσης και ανασφάλειας μέσα στις σχολικές μονάδες. Παράλληλα, η
συστηματική δημόσια απαξίωση του έργου των εκπαιδευτικών -οικονομική, επαγγελματική
και επιστημονική- έχει συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος στο οποίο το
λειτούργημα του εκπαιδευτικού εμφανίζεται ολοένα και πιο υποτιμημένο και
επισφαλές.
Ταυτόχρονα,
παρατηρείται αυξανόμενη χρήση πειθαρχικών και διοικητικών διαδικασιών σε βάρος
εκπαιδευτικών σε ολόκληρη τη χώρα, γεγονός που εντείνει το κλίμα ανασφάλειας
και πίεσης στο εκπαιδευτικό σώμα. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί εύλογη ανησυχία,
ιδίως όταν οι εκπαιδευτικοί -όπως και οι εργαζόμενοι στη δημόσια υγεία-βρίσκονται
στην πρώτη γραμμή υπεράσπισης θεμελιωδών κοινωνικών αγαθών, όπως η δημόσια και
δωρεάν παιδεία και η δημόσια και δωρεάν υγεία για όλους. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, οι λειτουργοί της εκπαίδευσης δεν
μπορεί να αντιμετωπίζονται ως εύκολος στόχος απαξίωσης ή κοινωνικής
στοχοποίησης. Αντιθέτως, η προστασία της αξιοπρέπειας, της επιστημονικής
υπόστασης και της κοινωνικής αποστολής τους αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για
την εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου σχολείου και για τη διασφάλιση των
δικαιωμάτων της κοινωνίας στο σύνολό της.
Στο
ίδιο πλαίσιο, και ενώ το δημόσιο σχολείο καλείται να λειτουργήσει με χιλιάδες
κενά σε προσωπικό, με υπερπληθή τμήματα και σε κτιριακές υποδομές που σε πολλές
περιπτώσεις ανήκουν σε προηγούμενες δεκαετίες, η λεγόμενη πλατφόρμα καταγγελιών για το bullying που δημιούργησε το
Υπουργείο Παιδείας αποδεικνύεται προβληματική ως προς τη λειτουργία της. Αντί
να αποτελεί αποκλειστικά εργαλείο ουσιαστικής αποκάλυψης και αντιμετώπισης
περιστατικών σχολικού εκφοβισμού, παρατηρείται ότι αξιοποιείται και για
καταγγελίες που στοχοποιούν εκπαιδευτικούς ή ακόμη και μαθητές, συχνά χωρίς
επαρκή παιδαγωγική τεκμηρίωση. Έτσι, αντί να συμβάλλει στη θωράκιση της
σχολικής κοινότητας, κινδυνεύει να τροφοδοτεί ένα κλίμα καχυποψίας και άγονων
αντιπαραθέσεων μέσα στα σχολεία. Την ίδια ανησυχία προκαλεί και η εξαγγελλόμενη
πλατφόρμα «αξιολόγησης» των σχολικών μονάδων, η οποία δημιουργεί εύλογους
φόβους ότι μπορεί να μετατρέψει τη σύνθετη παιδαγωγική λειτουργία του σχολείου
σε μια πρόχειρη διαδικασία βαθμολόγησης, όπου πρόσωπα χωρίς επιστημονική ή
παιδαγωγική αρμοδιότητα θα επιχειρούν να «αξιολογούν» το έργο των
εκπαιδευτικών, μετατρέποντας το σχολείο σε χώρο άσκησης πίεσης και ατεκμηρίωτων
κρίσεων.
Κάθε
συζήτηση για την επαγγελματική εξουθένωση (burnout) οφείλει να ξεκινά από την
αποτύπωση των πραγματικών εργασιακών συνθηκών στην εκπαίδευση.. Ιδίως στα
νηπιαγωγεία, οι εκπαιδευτικοί εργάζονται σε περιβάλλοντα όπου συχνά δεν υπάρχει
ούτε πραγματικό διάλειμμα κατά τη διάρκεια της ημέρας, δεν προβλέπεται μείωση
ωραρίου με βάση τα χρόνια υπηρεσίας, οι κτιριακές υποδομές είναι συχνά
ακατάλληλες και η γραφειοκρατική επιβάρυνση διαρκώς αυξάνεται, ενώ το ισχύον
συνταξιοδοτικό πλαίσιο απαιτεί την παραμονή στην εργασία έως και τα 67 έτη. Οι εκπαιδευτικοί των δημόσιων σχολείων
στηρίζουν καθημερινά το δημόσιο σχολείο υπό ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες και
δεν πρόκειται να αποδεχθούν την απαξίωση του έργου τους. Απαιτούν σεβασμό στην
επιστημονική, παιδαγωγική και επαγγελματική τους υπόσταση, ουσιαστική προστασία
απέναντι σε κακοποιητικές συμπεριφορές και πραγματική στήριξη από την πολιτεία.
Το δημόσιο σχολείο δεν μπορεί να λειτουργεί ως χώρος πίεσης και στοχοποίησης
των εκπαιδευτικών, αλλά οφείλει να αποτελεί χώρο γνώσης, δημοκρατίας, σεβασμού
και παιδαγωγικής ευθύνης. Για τον λόγο αυτό οι εκπαιδευτικοί θα
συνεχίσουν, συλλογικά και αποφασιστικά, μέσα από τους Συλλόγους Διδασκόντων και
τα σωματεία τους, να υπερασπίζονται την αξιοπρέπεια της εργασίας τους και τον
δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης.
Σήμερα υψώνουμε
τη φωνή μας. Διεκδικούμε το δίκιο μας!
Για το σχολείο,
για τους μαθητές μας, για την αξιοπρέπειά μας!
Με ενότητα και
αποφασιστικότητα λέμε ξεκάθαρα: ΦΤΑΝΕΙ
ΠΙΑ. ΩΣ ΕΔΩ!









